Ζούσα σε αυτό το σπίτι τα τελευταία 10 χρόνια, με τους ανθρώπους μου, την οικογένειά μου. Ένιωθα πολύ τυχερή που τους έχω. Τους αγαπούσα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Την προηγούμενη Τετάρτη ξύπνησα στο αφράτο μαξιλάρι μου, τεντώθηκα και σηκώθηκα με όρεξη για να φάω τις λαχταριστές κροκέτες μου. Λίγη ώρα μετά με φώναξε ο μπαμπάς να μπω στο αμάξι. Τα πόδια μου δεν αντέχουν πια, μπήκα όμως με χαρά. Άλλη μια βόλτα στο πάρκο, ξέρουν ότι τρελαίνομαι για βόλτες! Οδηγούσε για ώρα, φοβήθηκα μήπως τελικά πάμε στον κτηνίατρο. Η αλήθεια είναι ότι δεν νιώθω καλά τον τελευταίο καιρό.
Φτάσαμε σε έναν κεντρικό δρόμο, άνοιξε την πόρτα και με τράβηξε έξω. Δεν ήξερα που είμαστε αλλά είμαι με τον μπαμπά μου, είμαι ασφαλής. Μου έβγαλε τον οδηγό, πρώτη φορά με αφήνει να παω βόλτα μόνη. Μπήκε στο αμάξι και έφυγε μόνος του. Προσπάθησα να τρέξω πίσω του αλλά τα πόδια μου δεν με βαστουσαν. Τι γίνεται; Μήπως κάτι ξέχασε; Τον φώναξα πολλές φορές, αλλά ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Έκλαψα πολύ αλλά δεν συγκινήθηκε. Δεν ξέρω αν με άκουσε καν…
Έμεινα εκεί να τον περιμένω. Ήμουν σίγουρη ότι θα γυρίσει. Ήμουν σίγουρη ότι με αγαπάει. Δεν μπορεί να με ξέχασε. Τι έκανα; Γιατί;